09/06/2026
Βιταμίνη D και καρκίνος.
Ίσως η πιο σημαντική βιταμίνη για ασθενείς καρκίνου και δυστυχώς μια που έχουμε σε έλλειψη στην Ελλάδα παρά την μεγάλη ηλιοφάνεια...
Τι λένε όμως οι έρευνες για την βιταμίνη D σε μια διάγνωση καρκίνου και που μπορεί να βοηθήσει;
Αυξανόμενος αριθμός ερευνών συνδέει τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D με χειρότερες εκβάσεις σε πολλούς τύπους καρκίνου. Συγκεκριμένα:
- Γενικά: Ασθενείς με χαμηλή βιταμίνη D εμφανίζουν υψηλότερη καρκινική θνησιμότητα. Η καθημερινή λήψη συμπληρώματος D3 φαίνεται να βελτιώνει ελαφρώς την επιβίωση.
- Καρκίνος μαστού & παχέος εντέρου: Χαμηλά επίπεδα σχετίζονται με μεγαλύτερη εξέλιξη της νόσου και υψηλότερη θνησιμότητα. Η συμπληρωματική χορήγηση δείχνει θετικά αποτελέσματα.
- Αιματολογικές κακοήθειες & μελάνωμα: Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται με ταχύτερη εξέλιξη και χειρότερη πρόγνωση.
- Καρκίνος πνεύμονα & προστάτη: Αρκετές μελέτες αναφέρουν υψηλότερη θνησιμότητα σε ασθενείς με ανεπάρκεια βιταμίνης D.
Σημαντική παρατήρηση: Δεν παρουσιάζουν όλοι οι τύποι καρκίνου το ίδιο όφελος — π.χ. στον καρκίνο της ωοθήκης ή της ουροδόχου κύστης τα δεδομένα δεν είναι ξεκάθαρα.
Βιταμίνη D & Ποιότητα Ζωής κατά τη Θεραπεία του Καρκίνου
Πέρα από την επιβίωση, η επιστήμη εξετάζει πλέον και τον ρόλο της βιταμίης D στις παρενέργειες και την ποιότητα ζωής των ογκολογικών ασθενών. Τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά:
Οστά & Μύες: Μειωμένη απώλεια οστικής πυκνότητας κατά τη διάρκεια ορμονοθεραπείας. Βελτιωμένη μυϊκή λειτουργία σε ασθενείς με καρκίνο προστάτη.
Κόπωση & Πόνος: Λιγότερη κόπωση και μειωμένη ανάγκη για οπιοειδή αναλγητικά σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο που ελάμβαναν συμπλήρωμα βιταμίνης D.
Νευροπάθεια: Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D σχετίζονται με αυξημένη νευροπάθεια από χημειοθεραπεία.
Καρδιοτοξικότητα: Γυναίκες με καρκίνο μαστού που λάμβαναν βιταμίνη D εμφάνισαν χαμηλότερους δείκτες καρδιοτοξικότητας μετά τη χημειοθεραπεία.
Ποιότητα ζωής: Γυναίκες με καρκίνο μαστού με επαρκή επίπεδα βιταμίνης D ανέφεραν καλύτερη συνολική ποιότητα ζωής.
Η βιταμίνη D δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά η διατήρηση επαρκών επιπέδων της φαίνεται να είναι ένας απλός και προσιτός τρόπος υποστήριξης της ογκολογικής θεραπείας καθώς και τη μείωση κάποιων συμπτωμάτων των ογκολογικών ασθενών.